ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ by Jasna Koteska (written 2008, tr. 2010) - in Greek


Jovan Koteski, Jasna Koteska
December 2000
Trio 2007

Published by: Goethe.de (link)
Translated from Macedonian into Greek by Emilija Majstorova-Stojanovska.





ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ
Jasna Koteska

Λογοτεχνικό δοκίμιο της συγγραφέως Jasna Koteska, από την πΓΔΜ. Μετάφραση: Emilija Majstorova-Stojanovska.

Αριθμοί για σύγκριση
Ιόβαν Κότεσκη
Αριθμοί για σύγκριση 
Στα παιδιά μου Βάσιλ και Γιάσνα
Κατά την κάθειρξη
ο αναγνωρίσιμος αριθμός μου φυλάκισης ήταν: 6412
Στην Ιλιάδα του Ομήρου
ο στίχος 6412 λέει:
«Τώρα για τον πατέρα σας
θα πληρώσετε το άσχημο σφάλμα»
Καμιά φορά τα πράγματα
στο χρόνο και στον τόπο
στιχουργούν και χωρίς τη θέλησή μας.
Τι να κάνουμε.
(από την ποιητική συλλογή Ζωντανοθράκα, 1990)

Εδώ και πολλά χρόνια τους στίχους αυτούς του πατέρα μου τους διάβασα σαν λάθος. Ο φάκελος του πατέρα μου ήταν καταγραμμένος με τον αριθμό 5622, που σημαίνει ότι το νούμερο 6412 δε μπορούσε με τίποτα να είναι σωστό. Όταν για πρώτη φορά εκδόθηκε η ανάλυσή μου για το δικό του φάκελο «Ιόβαν Κότεσκη. Φάκελος 5622» σε ένα περιοδικό, ο αριθμός του φακέλου έμεινε στο τίτλο, μάλλον σαν μία δική μου ασυνείδητη προσπάθεια να αποφύγω την επίκληση ενός ομηρικού, μοιραίου διαλόγου, που οι στίχοι αυτοί τον προανήγγειλαν.

Εκείνο, που για μένα ήταν «απελευθέρωση», ταυτόχρονα σήμαινε ότι ο πατέρας μου, απ’ την άλλη, θα έπρεπε να δεχτεί την μοναδική απάντηση που μπορώ να δώσω. Και μόνο όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, ξαφνικά κατάλαβα ότι ο αριθμός για τον οποίον μιλάει ο πατέρας μου, δεν είναι ο αριθμός φακέλου αλλά της φυλακής. Ήταν η στιγμή όταν, το αντίθετο, εγώ για πρώτη φορά δέχτηκα τον τελευταίο στίχο του ποιήματος αυτού σαν μοναδικό πιθανό στίχο.

Για τα συναισθήματα που έμειναν σε ένα λεωφορείο

Ο πατέρας μου ήταν ποιητής. Αργότερα μου είπαν ότι τέτοιο επάγγελμα δεν υπάρχει. Ο πατέρας μου ήταν η αγάπη μου, η χαρά μου και η υπερηφάνεια μου. Πέρα απ’ αυτό, δεν υπάρχει οδός από τα παιδικά μου χρόνια που να μην την μισώ. Τώρα μένω στην άλλη πλευρά της πόλης και κάτι φορά που πάω στη συνοικία Κάρπος IV γεννιέται μέσα μου κάποια κατάθλιψη. Δεν είχα περάσει ούτε μία οδός στα παιδικά μου χρόνια, μαζί με τον πατέρα μου χέρι με χέρι, και ο πατέρας μου να μη με πιέζει να περιστρέψουμε επί τρείς φορές προς τα πίσω. Εάν δεν με πίεσε αυτός, εγώ τον πίεσα. Ήμασταν γονέας και παιδί και σύμμαχοι. Όμως, αυτά δεν είναι η βιογραφία του πατέρα μου. Απ’ όλους τους ανθρώπους σ’ αυτή την πλανήτη, ελάχιστα γνωρίζουμε τους γονείς μας, αυτή είναι η γνωστή διαλεκτική του Χέγκελ και θα ήταν μεγάλη κουταμάρα να πούμε το αντίθετο. Ο πατέρας μου, δόξα του Θεού, στο θάνατο τουλάχιστον βρήκε την ελευθερία του. Απελευθερώθηκε από τους όλους, ακόμα και από τα παιδιά του. Ο πατέρας μου ήθελε να το θυμούνται λόγω των ποιημάτων του. Αυτή είναι η βιογραφία του.

Αυτές οι μερικές σειρές παρακάτω είναι η δική μου βιβλιογραφία. Τον πατέρα μου το συνέλαβαν το ίδιο πρωί όταν ξεκίνησα για το γυμνάσιο με το μοιραίο όνομα «Ιόσιπ Μπροζ - Τίτο». Μαζί με τις φίλες μου υπέβαλλα τα έγγραφα, όλες είχαμε ίδια πιστοποιητικά με ίδιους άριστους βαθμούς, εκτός που εγώ είχα και πολλά διπλώματα.

Σε σύγκριση με τους άλλους, εγώ δεν ήμουν στην λίστα ή, να το πω πιο ξεκάθαρα, το όνομά μου ήταν στη λίστα αλλά κάτω, υπό τη γραμμή. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1985, στις 6 η ώρα το πρωί, όταν μ’ έστελνε στο δικό μου πρώτο σχολικό μάθημα, σχεδόν μία ώρα προτού να τον συλλάβουν, ο πατέρας μου με παρηγορούσε λέγοντας πως θα ήταν σίγουρα κάποιο λάθος, πως θα ήταν αδύνατο να με έχουν ξεχάσει και ότι σίγουρα θα με γράφουν. Και πράγματι, με στυλό με είχαν σβήσει κάτω από τη γραμμή της λίστας και με είχαν προσθέσει πάνω από τη γραμμή. Με τρεχάματα γύρισα στο σπίτι για να ανακοινώσω τα ευχάριστα νέα του πατέρα μου. Ο πατέρας μου, όμως, δεν ήταν στο σπίτι άλλο πια. Ήμουν ο 35ος μαθητής στην τάξη που χωρούσε 30. Τότε δεν το σκέφτηκα πως ήμουν πλεόνασμα, όπως και τα άλλα τέσσερα παιδιά. Ποτέ δεν έμαθα από ποιες άλλες αμαρτίες ήταν αποτελούμενη η δική μας απορριπτόμενη ομάδα των πέντε. Στα ερχόμενα χρόνια έφερα πολλά διπλώματα για το γυμνάσιο μου. Στα ερχόμενα χρόνια ξέχασα πως είχαν ξεχάσει να με εγγράψουν. Και ποτέ δεν σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι της UDBA1πρόσθεσαν το όνομά μου. Και έτσι, το συμπέρασμα που προέρχεται από αυτό το γεγονός είναι ότι όλα που έμαθα και ξέρω σήμερα τα οφείλω σ’ αυτούς. 

Το δικό μας γυμνάσιο είχε πρακτική διδασκαλία στο εργοστάσιο «Μέταλσκι Ζάβοντ Τίτο». Εκεί πήραμε γνώσεις για την εργασιακή διαδικασία του σοσιαλισμού. Το εργοστάσιο βρισκότανε κοντά στο σκοπιανό Ιπποδρόμιο. Όταν οι υπόλοιποι διοργανώνονταν να βλέπουν τα άλογα, εγώ έμενα με την εργατική τάξη. Για τα άλογα του Ιπποδρομίου φρόντισαν οι φυλακισμένοι στη φυλακή Ιντρίζοβο. Φοβόμουν ότι εάν δω τον πατέρα μου εκεί στα άλογα δεν θα ξέρω τι επιτρέπεται να κάνω. Μία φορά, στην σχολική βιβλιοθήκη, ο βιβλιοθηκονόμος μου ψιθύρισε πως ο πατέρας μου είναι μεγάλος άνθρωπος. Αυτό το μήνα, στο γράμμα προς τον πατέρα μου, έγραψα ότι ο βιβλιοθηκονόμος τον χαιρέτισε και είπε πως είναι μεγάλος άνθρωπος. Ο πατέρας μου με παρακάλεσε ποτέ να μην ξαναφέρω στα γράμματά μου κανένα όνομα γιατί δεν επιτρέπεται να πληγώνουμε τους άλλους. Έτσι, τα δικά μου γράμματα έγιναν πιο ψυχρά, εάν αυτό ήταν καθόλου δυνατό.

Λένε ψέματα αυτοί που δηλώνουν ότι έχουν αναμνήσεις από τα τραύματά τους. Όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση τραυματισμού, κτίζεις παράλληλους κόσμους. Καθώς τρανταζόμασταν στο γεμάτο λεωφορείο στην κατεύθυνση προς την Ιντρίζοβο, πάντοτε φανταζόμουνα μία και ίδια σκηνή. Πως περπατώ μαζί με το σκυλάκι μου, το οποίο δεν υπήρχε στην πραγματική μου ζωή, στο κεντρικό αστικό πάρκο. Πάντοτε μία και ίδια σκηνή, πάντοτε με το ίδιο σκυλάκι. Στην καντίνα μπροστά την Ινρίζοβο περιμέναμε με ώρες και βλεπόμασταν προς την κύρια πόρτα· οι επισκέπτες ήταν ή πολύ θορυβώδεις ή πολύ ήσυχοι· μεταξύ μας δεν υπήρχαν παρεξηγήσεις. Μας έφερναν σε μία μεγάλη αίθουσα που τη λέγαμε «τραπεζαρία», και παρόλα που οι τραπεζαρίες είναι οικείες, με ζεστή ατμόσφαιρα, εδώ τίποτα δεν ήταν προσωπικό. Εμείς πάντοτε καθόμασταν στο «δικό μας» τραπέζι, αριστερά από το μπουφέ στο οποίο πουλιούνταν τα ίδια πέντε πράγματα που τα πουλιούνταν και στην καντίνα, πάντοτε το ίδιο τραπέζι, πάντοτε τα ίδια πέντε πράγματα. ο πατέρας μου έβγαινε πρώτος, που δεν ήταν ψιλό πράγμα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους φυλακισμένους με μεγάλο όγκο οι οποίοι σπρώχνονται από πίσω του. Όταν καθότανε στο «δικό μας» τραπέζι, δεν μιλούσε ούτε πολύ, ούτε δυνατά. Αριστερά από μας, πάντοτε γύρευε ο αστυνομικός τον οποίον τότε, στο πνεύμα της ιδεολογίας του Λένιν, τον έλεγαν εθνοφρουρός. Μετά, με το ίδιο λεωφορείο γυριζόμασταν πίσω. Κολλημένη στο παράθυρο με ανοιχτά μάτια έβλεπα το σκυλάκι μου στο πάρκο. Πρέπει να σας το παραδεχτώ ότι ακόμα και σήμερα συγχέομαι το κεντρικό αστικό πάρκο.

Όταν άρχισα να εξετάζω το φάκελο του πατέρα μου, με οδηγούσε μία κατεπείγων, προσωπική ανάγκη. Δεν είχα εγώ την πίνα να μάθω ποιοι ήταν οι κατάσκοποι του πατέρα μου, ούτε για ποιο λόγο· δεν με οδηγούσε η ανάγκη να καταλάβω την μεγάλη ιστορία· δεν ήθελα εγώ να αναλύω τη λογική του γιουγκοσλάβικου κομουνισμού, ελάχιστα την επαρχιακή εκδοχή του μακεδονικού κομουνισμού. Αυτά ήρθαν αργότερα, όταν τα συναισθήματά μου απελευθερώθηκαν απ’ αυτό που διακρίθηκε ή που ακόμα θα μπορούσε να διακριθεί. Έπρεπε όλα αυτά να τα αφήσω σε μία στάση για να μπορώ να συνεχίσω. Εμείς, ξέρετε, τότε και δεν είχαμε πολλές στάσεις στις οποίες σταματούσαν τα δικά μας λεωφορεία…

Ήθελα μόνο για μένα, προσωπικά, να συμφιλιώσω με το παρελθόν της οικογένειάς μου. Αισθανόμουν κάποια απώλεια, κάποια μην αναγνωρίσιμη θλίψη. Φανταστείτε για μία μόνο στιγμή, πώς ζει ο άνθρωπος με το φορτίο της θλίψης την οποία δεν μπορεί να την εκφράσει δημόσια; Η αρχική στιγμή για μένα ήρθε όταν διάβαζα το βιβλίο «Η αναζήτηση της Αντιγόνης» (2000) της Τζούντηθ Μπάτλερ2. Στο τελευταίο κομμάτι του πρώτου κεφαλαίου έγραφε: «Η Αντιγόνη απορρίπτει να υπακούει σε κανένα νόμο που απορρίπτει να αναγνωρίσει δημόσια την θλίψη της, και μ΄ αυτό ενσωματώνει τις καταστάσεις όλων αυτών που δεν είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν δημόσια την θλίψη τους – κάτι που είναι πολύ καλά γνωστό στους ασθενούς πάσχοντες από έιτζ. Σε ποιο είδος ζωντανού θανάτου είναι καταδικασμένοι αυτοί οι άνθρωποι;» Ξέροντας ότι ο συνολικός αριθμός των προσωπικών κομουνιστικών φακέλων στη Μακεδονία είναι παραπάνω από 15.000, άρχισα να αριθμώ τα παιδιά και τους συγγενές των εναγομένων επί κομουνισμού και να αναρωτιέμαι: Πού είναι σήμερα αυτοί οι άνθρωποι; Τι κάνουν τώρα; Τι κάνουν με τη θλίψη τους;

Μια φορά, την ημέρα της επετείου του θανάτου του πατέρα μου το 2002, στο μνημόσυνο, η καλύτερη μου φίλη εκεί στο κοιμητήριο του πατρικού χωριού του πατέρα μου, Πρισόβιανι, με ρώτησε: Εμείς όλοι κλάψαμε, εσύ γιατί δεν έκλαψες; Την απάντησα: Εάν αρχίσω τώρα να κλαίω έτσι δημόσια, ποτέ δεν θα μπορώ να σταματήσω.

Μια φορά, πολύ αργότερα, μου έπεσε στα χέρια το βιβλίο «Ο καλός Στάλιν» (2004) του Βίκτωρα Ερωφέεφ. Ο Ερωφέεφ – παιδί της ονοματολογίας, η χρυσή νεολαία υπό την προστασία του Κρεμλίνου, η γιαγιά του μια φορά τηλεφώνησε την μητέρα του ότι το παιδί έκανε εμετό γιατί είχε παραχωρτάσει με χαβιάρι. Σε μας κανένας και ποτέ δεν έγραψε τέτοιο βιβλίο, οι γιοι στο Ντέτινιε, Παντοβτσάκ και Βόντνο3 δημιουργούσαν ροκενρόλ, ταινίες του «μαύρου κύματος» (σ’ αυτούς επιτρεπότανε) και έφερναν από την Ινδία το βουδισμό με το οποίο έζησαν «πρωτοποριακά». Αυτή η σαδομαζοχιστική σχέση μεταξύ την καλλιτέχνη και την ιδεολογία επιτέλους τελείωσε έτσι που οι περισσότεροι από αυτούς τους γιούς αργότερα πήγαν «πολύ δεξιά για να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια». Στο βιβλίο «Ο καλός Στάλιν» περιγράφεται πώς οι λογοτεχνικές παρεκτροπές του νέου Ερωφέεφ παρεμπόδισαν τον Πρεσβύτη Ερωφέεφ στην κορυφή της καριέρας του να γίνει υφυπουργός εσωτερικών του Αντρέα Γκρόμικου. Ο Ερωφέεφ καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Εγώ να είμαι αυτός που θα δικάζει τα σύμβολα και τα αξιοθέατα του 20-τού αιώνα; Να είχε μόνο ένα βόλι λιγότερο, μόνο μία θερμάστρα κρεματορίου λιγότερα, ούτε εγώ δεν θα υπήρχα σ’ αυτό τον κόσμο.» Και έτσι, πολύ σωστά βγαίνει πως αυτοί, στο διάβολο, ανέκαθεν είχαν πιο ενδιαφέρον παραμύθι από το «δικό μας». Εμείς βγαίναμε από τον όχλο της ζωής, από τους διωγμένους. «Αυτοί» γεννιούνταν σαν ήρωες, από το αίμα όλων αυτών που έπεσαν στο ιερό των ζωών τους.

Βιογραφία – επιθυμίες

Τα λόγια δεν φέρνουν θησαυρό από τις κορυφές, ούτε αυτό που
κρύβεται στα σπλάχνα των οχθών. Παρόλα που υπάρχει ζωντανή ανάμνηση η
οποία μετατοπίζει το θησαυρό σαν χέρι που χαϊδεύει όλα τα πράγματα αξιότιμα να απομνημονευτούν. Η ανάμνηση αυτή δεν γράφεται με αδέξιο χέρι ούτε με χοντροκαμωμένο εργαλείο…
Κάφκα

Βιογραφίες. Οι βιογραφίες είναι επιθυμίες, συνήθως είναι επιθυμίες να διατηρήσουμε, να κρατήσουμε την πλατωνική ανάμνηση για τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο της βιβλιογραφίας. Ακόμα και στις πιο ανούσιες βιογραφίες υπάρχει μία κρυμμένη αλλά μεγαλομανής φιλοδοξία (αναγνωρισμένη τουλάχιστον σ’ εκείνη την μοναδική μηδαμινή λεπτομέρεια), φιλοδοξία να πιάσει εκείνο το κάτι από εκείνη την πλευρά, όπου ο άνθρωπος που είναι αντικείμενο της βιβλιογραφίας τραγουδούσε, αγαπούσε, σκεφτότανε, χόρεψε, δημιουργούσε, έζησε, φιλοδοξία να τον συναντήσει σ’ αυτό το τραγούδισμα, σ’ αυτή την αγάπη, σ’ αυτή την σκέψη, σ’ αυτό το χορό, σ’ αυτό το δημιούργημα, στη ζωή…

Και πάλι, όλες οι βιογραφικές συναντήσεις δεν είναι ίδιες και υπάρχουν τουλάχιστον δυο ειδών επιθυμίες δεμένες με την επιθυμία να απομνημονευτεί μία ζωή… Το πρώτο είδος επιθυμιών είναι οι επιθυμίες οι οποίες ξεκίνησαν για χαιρετισμό, και τις οδηγεί η ανάγκη ενός απίθανου αγγίγματος με εκείνο οποίος δεν υπάρχει άλλο πια, είναι συναντήσεις σαν χαιρετισμό, συναντήσεις οι οποίες ψάχνουν την αμοιβαία και ανάμικτη μυρουδιά. Και, το δεύτερο είδος. Οι άλλες, είναι επιθυμίες για σκληρή επανάληψη της βεβαιότητας, συναντήσεις σαν φοβερή ανάγκη από την επαναλαμβανόμενη απομνημόνευση, από αναπαράσταση του πρωτοθεάματος, της πρώτης εικόνας του ανθρώπου που είναι αντικείμενο της βιβλιογραφίας, η ανάγκη να κρατηθεί και να καταψυχθεί η αιτία του, η κίνησή του· επιθυμία να κατορθωθεί εκείνη την αφανή λεπτομέρεια και διαμέσου της να ανοίξει, να απλωθεί το παν της ζωής του, το παν που μπορεί να γίνει (και ακριβώς γιατί μπορεί – γι’ αυτό και θα γίνει) σερβιρισμένο στις ύαινες από τη πόλη, επιθυμία να πιαστεί το παν μέχρι το «ίζημα» μίας ανθρώπινης ζωής, και μετά το ίδιο σκληρά εγκαθιστάμενο ίζημα να γίνει προϋπόθεση για παραμόρφωση, για ποινή και για θανάτωση.

Βέβαια, και τα δυο είδη βιογραφικών συναντήσεων είναι καταγραφές, είναι καταγραφές αποτελούμενες από λέξεις, από λέξεις οι οποίες τρυπώνουν το αγνό χαρτί, καταστρέφουν τη λεία του επιφάνια, την ετοιμότητά του να δεχτεί την καταγραφή. Αλλά, λόγω αυτή την ακριβώς εισχώρηση, είναι πολύ σημαντικό το χέρι που γράφει την καταγραφή, το χέρι που κινεί την εισχώρηση μέσα στο χαρτί. Γι’ αυτό είναι σημαντική η επιθυμία η οποία κινεί την αναζήτηση του χαμένου παρελθόντος, της χαμένης μνήμης μιας ζωής, της ανάμνησης. Η βιογραφία, όπως είπαμε, είναι αποτελούμενη από λέξεις. Αυτές οι λέξεις είναι εδώ για να υπενθυμίζουν. Όμως πώς μπορούν οι λέξεις στο ελάχιστο να υπενθυμίζουν;

Η βιογραφία σαν μία σκηνή της ιστορίας, και ιδιαίτερα, η λογοτεχνική βιβλιογραφία σαν ανάμνηση της λογοτεχνικής ιστορίας, πάντοτε πρέπει να είναι μία καταγραφή που να είναι τρυφερή, καταγραφή η οποία χαϊδεύει, καταγραφή που δεν ξεκίνησε προς την θέληση να τσιμεντάρει, να σκοτώνει και να καταστρέφει. Η βιογραφία δεν μπορεί να εγκατασταθεί διαμέσου της αναπαράστασης – η κάθε μία αποδοχή (η οποία μαζί με το μυστήριο, αποτελεί μία ανθρώπινη ζωή) είναι δυνατή μόνο σε μεταφορικό επίπεδο, μόνο στην απουσία, in absentia, μόνο όταν η ίδια βιογραφία στέκετε στο κατώφλι της είσοδο μιας ξένης ζωής, και στο κατώφλι παίρνει την απόφαση να σταματήσει από μόνη της…

Βιογραφίες – λεξικά

Νωρίς είναι, σας λέω, για το τελευταίο λόγο,
μιλώ σχεδόν από το τέλος – πρώτος,
εγώ δεν ήμουν στη σκηνή γι’ αυτό που με κατηγοράτε
εγώ ο ίδιος ήμουν σκηνή σε αίμα!
Ευτουσένκο

Λοιπόν, υπάρχουν τουλάχιστον δυο ειδών βιβλιογραφίες. Και οπωσδήποτε, εδώ είναι και το τρίτο είδος, οι πιο συνηθισμένες βιβλιογραφίες – εκείνες οι οποίες είναι αποτελούμενες από στοιχεία. Τα στοιχεία σχετικά με τον Ιόβαν Κότεσκη είναι συγκεντρωμένα από διάφορα λεξικά – να τι περιέχουν μέσα τους:

Ο Ιόβαν Κότεσκη (1932-2001) είναι ποιητής της έτσι λεγόμενης τρίτης γενιάς μακεδονικών ποιητών, η οποία εμφανίζεται της δεκαετίας του 1950. Γεννήθηκε στο χωριό Πρισόβιανι, στην περιοχή της Στρούγκας, σαν τέταρτο από τα πέντε παιδιά των Πέτκανα και Βάσιλ Κότεσκη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σαν βοσκός-υπηρέτης, φυλάγοντας ξένα βόδια. Το 1946 εγγράφτηκε στο γυμνάσιο της Αχρίδας και μένει σε οικοτροφείο. Το 1948, ο πατέρας του, ο οποίος δούλευε σαν ζαχαροπλάστη στη Μπρατισλάβα, Σλοβακία, συνελήφθη εκ μέρος του σλοβακικού Ινφορμπιρό και καταδικάστηκε σε 9 χρόνια κάθειρξη. Ο λόγος ήταν που οι σλοβακικές μυστικές υπηρεσίες βρήκαν μία φωτογραφία του Ιόσιπ Μπροζ - Τίτο στο διαμέρισμα του παππού μου στη Μπρατισλάβα, του ίδιου στρατάρχη, λόγω που, για να είναι η ειρωνεία μεγαλύτερη, αργότερα και στο όνομά του συλλάμβαναν τον πατέρα μου πολλές φορές. Ο Ιόβαν Κότεσκη συναντήθηκε τον πατέρα του μόνο δύο φορές στη ζωή, τη πρώτη φορά όταν ήταν επτά χρονών, και την δεύτερη φορά 26 χρονών. Για τη δεύτερη συνάντηση του το 1958 ο Ιόβαν Κότεσκη αργότερα έγραψε: Στο γυρισμό, είχε περάσει από μία θεία μου, και αυτή τον έφερε στο δικό μου κοτέτσι, όπου έμενα ως ενοικιαστής όταν ήμουν φοιτητής. Κατά το σούρουπο, όταν επέστρεψα απ’ το πανεπιστήμιο, στο δωμάτιό μου βλέπω – επισκέπτης. Και ορίστε μία αγκαλιά μιας έρημης, ταλαιπωρημένης ζωής.

Τον Ιόβαν Κότεσκη για πρώτη φορά τον έβαλαν σε προφυλάκιση το 1948 όταν ήταν 16 χρονών, μάλλον επειδή αυτό το έτος συνέλαβαν τον πατέρα του στη Σλοβακία. Είναι γνωστό ότι οι γιουγκοσλαβικές μυστικές υπηρεσίες συνεργάστηκαν με τις μυστικές υπηρεσίες των υπόλοιπων κομουνιστικών χωρών. Ο Κότεσκη έγινε ύποπτος για τις υπηρεσίες του Υπουργείο Εσωτερικών λόγω της κομουνιστικής λογικής που λέει: ο πατέρας σου είναι ύποπτος, που σημαίνει ότι και συ είσαι ύποπτος. Το 1950 συνέλαβαν τον Ιοβάν Κότεσκη για δεύτερη φορά και τώρα ήταν καταδικασμένος σε τρία χρόνια φυλακή λόγω του προφορικού κακουργήματος εναντίον του Τίτου, όμως τον απελευθέρωσαν μετά από μερικές μέρες. Την τρίτη φορά τον προφυλάκισαν το 1952 κατά μία εργασιακή εκστρατεία στο Μαύροβο, τη τέταρτη φορά το 1954, κτλ., και ο αστυνομικός φάκελος με το κωδικό όνομα «Ενδόμυχος» κατά το οποίο ο πατέρας μου ήταν καταγραμμένος εκ μέρος της UDBA, δεν ήταν επίσημα ανοιχτός μέχρι το 1961.

Το 1954 μετακόμισε στα Σκόπια, εγγράφτηκε στη Σχολή λογοτεχνικών σπουδών, και ποτέ δεν την τελείωσε. Τρείς δεκαετίες δούλευε σαν δημοσιογράφος στο Εθνικό Ραδιόφωνο «Ράδιο Σκόπια». Το 1958 εκδόθηκαν οι ποιητικές του συλλογές: «Χώρα και πάθος» και «Χαμόγελο πριν την αυγή», και μετά ακολουθούν: «Χρόνος της κακίας» (1963), «Βαρύτητα» (1965), «Στάχτιασμα» (1966), «Σκιές» (1972), «Πράσινες πόρτες» (1975), «Ηράκλεία» (1978), «Εξουθένωση» (1981), «Ξενύχτια και όνειρα» (1982), «Πολυέλαιος» (1983), «Καρποί» και «Τίτλος κυριότητας» (1985), «Ζωηρόθρακα» (1990), «Ηλιακή ακονόπετρα» (1990), «Μυρμήγκιασμα» (1991), «Το ποντίκι με κιάλι» (ποιήματα για παιδιά) 1991, «Αλέτρι» (1992), «Χρόνος της κακίας» (1992), «Κούνια» (1994), «Μοναξιά» (1994), «Γιορτή» (χειρόγραφο - έκδοση για βιβλιόφιλους) 1995, «Ερευνητής» (1995), «Κάγκελα» (1996), «Προίκα» (1997), «Κατολίσθηση» (1998), «Όλεθρος» (1999), «Σκάλισμα του τυφλοπόντικα» (2000).

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1985 τον συνέλαβαν και τον καταδίκασαν σε 5 χρόνια ισόβια κάθειρξη. Στο κατηγορητήριο ενοχοποιείται για παράνομη πράξη με σκοπό κατάρριψη της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και δημιουργία του ανεξάρτητου μακεδονικού κράτος, που στην ουσία πραγματοποιήθηκε επτά χρόνια αργότερα. Ανήκει στην τελευταία ομάδα πολιτικών φυλακισμένων διανοούμενων στην πρώην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Ο Ιόβαν Κότεσκη καταδικάστηκε σε κλειστή δικαστική κλήση, χωρίς πρόσβαση για το κοινό. Ένας απ’ τους εισαγγελείς για τον πατέρα μου ζήτησε κατηγορηματική ετυμηγορία ενόρκων 20 χρόνια.

Η μεγαλύτερη παρόρμηση για την απελευθέρωσή του από τη φυλακή (πράξη η οποία δεν έγινε ποτέ) μεταξύ των μακεδονικών συγγραφέων κατά το 1986 ήταν αυτή του αμερικάνικου ποιητή Άλεν Γκίνζμπεργκ ως ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής για προστασία των δικαιωμάτων των συγγραφέων και δημοσιογράφων στο διεθνή ΠΕΝ-κέντρο, οποίος εκείνο το έτος διαμένει στις Ποιητικές βραδιές της Στρούγκας σαν νικητής του Χρυσού στεφανίου. Μετά την επέμβαση του Γιουγκοσλαβικού ΠΕΝ-κέντρού (με έδρα στο Ζάγκρεμπ), το Ιούλιο του 1987, μετά από σχεδόν δύο χρόνια φυλάκιση ο Κότεσκη ήταν απελευθερωμένος. Στην απελευθέρωσή του το πιο σημαντικό ρόλο είχε παίξει ο γαλλόφωνος συγγραφέας, ο τότε αντιπρόεδρος του διεθνούς ΠΕΝ-κέντρου και πρόεδρος του κροατικού ΠΕΝ-κλαμπ, ο Πρέντραγκ Ματβέεβιτς, ο οποίος είχε διοργανώσει μαζί με τους παγκόσμια γνωστούς συγγραφείς μία αίτηση για την απελευθέρωση του Κότεβσκη από την φυλακή, και ο οποίος κατά τη δεκαετία του 1990 είχε πέσει σε δυσμένεια του εθνικιστικού καθεστώς του Φράνιο Τούτγμαν στην Κροατία. Με επιστολές προς το Νομαρχιακό Δικαστήριο στα Σκόπια και το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γιουγκοσλαβίας στο Βελιγράδι, το Ιούλιο του 1987 ο Ματβέεβιτς επέτυχε να αποχτήσει αναθεώρηση της δικαστικής απόφασης για τον Κότεσκη καθώς και επείγουσα απελευθέρωση από τη φυλάκιση του ίδιου. Μετά, ο Κότεσκη εργάστηκε ως βιβλιοθηκονόμος σε μία μικρή βιβλιοθήκη κοντά στο διαμέρισμά του, όπου δούλευε ώσπου να πάει σε σύνταξη. Ταξιδεύει στην Κροατία και συναντά τον Ματβέεβιτς. 

Την τελευταία δεκαετία της ζωής του ο Κότεσκη την πέρασε σε σχετική απομόνωση στο σπίτι του στα Σκόπια, υποφέροντας από παράνοια. Το Νοέμβριο του 2000, επτά μήνες προτού το θάνατό του, επέτυχε να δει εκλεγμένα κομμάτια από το φάκελό του. Σε παραπάνω από 300 σελίδες κατέγραφε πως ο ίδιος ήταν αντικείμενο της παρακολούθησης κατά τα τουλάχιστον 40 χρόνια της ζωής του. Το τελευταίο έγγραφο στο φάκελο του πατέρα μου ήταν από το 1988, ώμος δεν υπάρχει αιτία να μη πιστεύουμε ότι η παρακολούθηση αυτή κράτησε μέχρι το 1990. Εάν (δικαιολογούμενα ή όχι) θεωρούμε πως η παρακολούθηση σταμάτησε το 1990, τότε η παρακολούθηση κράτησε 42 χρόνια. Εάν (με διακοπές) συνέχισε μέχρι το θάνατό του, τότε ό πατέρας μου ήταν αντικείμενο της αστυνομικής παρακολούθησης ολόκληρα 53 χρόνια. Πέθανε στις 12 Ιουλίου του 2001 στα Σκόπια, στο στενό οικογενειακό κύκλο.

Βιβλιογραφίες του «Ενός ένα»

Oblivium, είναι αυτό που σβήνει.
Τι; Ο ίδιος ο σηματοδότης.
Λακάν

Στη συνέχεια, υπάρχουν εκείνες οι βιβλιογραφίες οι οποίες στην ουσία δεν είναι βιβλιογραφίες· βιβλιογραφίες οι οποίες είναι αποτελούμενες από ενστικτώδεις αναμνήσεις, εκείνες στις οποίες είχε συσταθεί σαν «ένα ένα» (ο πρώτος σηματοδότης, που σημαίνει π.χ. εγώ αγάπησα ένα ζώο) και μετά υπάρχει το «ένα δύο», όταν εγώ βολεύομαι εκεί που είναι το άθροισμα, όχι στο επίπεδο του «ένα» αλλά στο επίπεδο «ένα τα δύο». Εκεί που έχει αρχίσει κιόλας να λειτουργεί εκείνο που σημαίνει καταγραφή η οποία διατρυπά την αγνότητα του χαρτιού… 

Σ’ αυτό το σημείο όπου το ένα είναι ένα, η θέση του «εγώ», το παιδί του, υπάρχουν απομονωμένα κομμάτια από μνήμες, εκκρίσεις, ενδοσκοπήσεις που είναι (κιόλας) κουτσές για όλες τις έννοιες και για όλη την υπόθεση πίσω από τους ανασχηματισμούς. Σ’ αυτό το μέρος μπορώ να δω πως βλέπω το εαυτό μου, αλλά δεν μπορώ άλλο πια να βλέπω. Είναι ο χώρος που μιλά από ένα σημείο στο οποίο δεν μπορεί άλλο πια να θυμηθεί. Είναι ο τόπος του χασίματος, όπου γίνεται ανταλλαγή των φαντασμάτων με την πραγματικότητα, κάτι που δεν εξισώνεται, κάτι που μάλλον λειτουργεί σαν εκείνο τον означувач καταπνιγμένο προηγουμένως. Λοιπόν, από εκείνο το χώρο του «το ένα ένα», να κάποιες από τις μνήμες μου.
Ο πατέρας μου, και είναι ο άνθρωπος που στα λεξικά είναι καταγραμμένος με το όνομα Ιόβαν Κότεσκη, διαβάζει στο παιδί του το ποίημα «Δύο ναύτες στην παραλία» του Λόρκα. Και του διερμηνεύει το ποίημα, εξηγώντας του ότι δεν είναι δύο, αλλά είναι ένας και ο ίδιος ναύτης, ώμος ο ένας μέσα του συνέχισε να ταξιδεύει με πλοίο σε όλες τις θάλασσες του κόσμου, και ο άλλος μέσα του έμεινε σε ένα λιμάνι στην Ασία με μία γυναίκα που την αγάπησε για πάντα.

Άλλη μνήμη, άλλο μονωτικό. Ο πατέρας μου είχε αγοράσει έναν πίνακα. Στον πίνακα έχει ένα ανθοδοχείο με τρία άνθη, σε στιλ του Πικάσο. Το ανθοδοχείο το κρατάνε τρία χέρια. «Ο πίνακας δεν είναι τίποτα σπουδαίο, εγώ μπορώ να το ζωγραφίσω πιο καλά», λέω, και είμαι ακόμα παιδί. Ο μπαμπάς μου γελάει, ας πάρω χαρτί και ας το δοκιμάσω. Πηγαίνω στο δωμάτιο και ζωγραφίζω την ίδια εικόνα έτσι όπως τη θυμόμουνα. Του δείχνω το χαρτί, ο πατέρας μου λέει πως την έχω ζωγραφίσει ολόιδια. «Όμως, πιο καλά». «Ναι (χαμόγελο), όμως ο σκοπός δεν είναι να ζωγραφίσεις τον ίδιο πίνακα αλλά να ζωγραφίσεις το δικό σου πίνακα, όπως ο ζωγράφος έχει ζωγραφίσει το δικό του»…

Τρίτη: την τάδε Παρασκευή ο πατέρας μου χτυπά το κουδούνι της πόρτας. Εδώ και δύο χρόνια κανείς δεν χτυπά το κουδούνι της πόρτας μας. Το κουδούνισμα είναι κίνηση της απειλής,… στη φυλακή από αυτή την μεριά της φυλακής… Εκείνη την Παρασκευή, ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον πατέρα μου, χωρίς καμία ανακοίνωση γύρισε από τη φυλάκιση, στα γρήγορα απελευθερωμένος, εκείνο το πρωί, σε ρούχα της φυλακής, ούτε πρόλαβε να τα βγάλει, όλα που σκεφτότανε σ’ εκείνη τη στιγμή, εκείνο το πρωί, ήταν το ότι πρέπει να φτάσει στο σπίτι γρηγορότερα. Δεν καταλαβαίνω πως στη θέση της μεγάλης μου αγάπης ταυτόχρονα είχε γεννηθεί ένα μεγάλο πληκτικό μίσος. Η πρώτη μου παρόρμηση είναι να του κλείσω την πόρτα. Για να συνεχίσουμε όλοι να ζήσουμε στις φυλακές, ο κάθε ένας στη δική του. Δεν καταλαβαίνω ότι, εάν ήξερε μόνο λιγότερα να μ’ αγαπάει, μόνο πιο λίγο, εάν εγώ ήξερα μόνο λίγο περισσότερα να καταλάβω αυτό που μας γινόταν, δεν θα τον μισούσα τόσο πολύ τη στιγμή όταν εξαφανίστηκε. Η κάθε μία αγάπη φαίνεται να είναι αρκετή της. Η αγάπη κατά την εποχή των ματωμένων συστημάτων, επίσης. Δεν είσαι έτοιμος για χάσιμο. Εγώ δεν ήμουν…

Τέταρτη μνήμη: ο πατέρας μου στο σπίτι που αποσυντίθεται από φτώχια και πίνα. Το 1994 ο πατέρας μου επιστρέφεται απ’ τη δουλειά του και ρωτάει εάν τον ζήτησε κανείς. Κανένας;

Πέμπτη: Εκείνο το Μάρτιο ο αδελφός μου πήρε το πτυχίο και έγινε ατομικός φυσικός. Ο πατέρας μου μεθυσμένος, με την πτυχιακή εργασία του αδελφού μου βγαίνει έξω από το σπίτι για να βρει λεφτά, ο αδελφός μου πρέπει να γυρίσει στο Βελιγράδι, θα δουλεύει στο Πυρηνικό Ινστιτούτο της Βίντσι, όπου έχουν και σβηστό αντιδραστήρα. Ο πατέρας μου επιστρέφεται και πετάει στο τραπέζι 400 μάρκα. Παραπατάει. «Καθόμουν σε μία παρέα νέων ανθρώπων, επιχειρηματιών, Γιάσνα. Ένας στην ηλικία μου κάθεται εκεί… με φωνάζει, Γιόβε ρε μη εξευτελίζεσαι, έλα τουλάχιστον μαζί μου, μη κάθεσαι στο τραπέζι με παιδιά… Και μετά είδε, ε όταν το παιδί έβγαλε να τα μετράει,… 100, 200, 300, 400,… και τον σταμάτησα· φτάνει του λέω, θα σου τα επιστρέψω, και αυτός σ’ εμένα: θείε Γιόντσε εάν μου τα επιστρέψεις, θα σε δείρω. Ενώ εγώ θα του τα επιστρέψω και γ’ αυτό του λέω, δείρε με, αλλά εγώ θα τα μετράω στο χέρι σου όπως εσύ τώρα.» Παραπατάει με το μπλε τετράδιο. «Πτυχιακή εργασία, ο υποψήφιος Βάσιλ Κότεσκη, Σχολή Φυσικής, 1994», κάθεται σε μία στοίβα βιβλίων, η στοίβα πέφτει αλλά ο πατέρας μου ακόμα κρατάει το τετράδιο «Πτυχιακή εργασία»…

Έκτη: Η διαδικασία της μακριάς συμφιλίωσης. Ένας άνθρωπος, που τον γνώρισα πολύ τυχαία σε μία συνδιάσκεψη, με ζητά σχετικά με κάποιο σχέδιο. Δεν έχουμε λεφτά και δουλεύω ότι να ‘ναι. Εδώ και μερικές μήνες προσπαθεί να με πείθει πως πρέπει να πάω στη Βουδαπέστη όπου διδάσκει, με έγγραψε στο πανεπιστήμιό του, με πήγε στο σπίτι να μένω μαζί με την οικογένειά του, μου άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης του, μου έδωσε το Φουκό και τους ρώσικους αντιφρονούντες, διαβάζω τα παν που δεν έχουν καμία σχέση με τις σπουδές μου. Αποφεύγω να επιστρέψω στα Σκόπια, ακόμα και για τις διακοπές, συγχέομαι την πόλη ισότιμα όπως όταν έφυγα από κει. Μερικές μέρες προτού να τελειώσουν οι σπουδές μου, ο καθηγητής μου δείχνει ένα χοντρό φάκελο του παππού του. Ο καθηγητής μου, στην ουσία, είναι εγγονός ενός κυρίαρχου κομουνιστικού συκοφάντη στην Ουγγαρία. Αυτός είναι ο τρόπος του να ξεχρεωθεί. Μετά από μένα στο σπίτι μετακόμισε μία κοπέλα η οποία έφυγε από το Βελιγράδι του Μιλόσεβιτς. Και αυτή μένει χωρίς λεφτά, και αυτή διαβάζει τα βιβλία που τα δίνει ο δικός μας καθηγητής… Μας βοήθησε να βρούμε λεξικό με το οποίο θα ξέρουμε πώς να εξηγήσουμε τα πράγματα που μας συμβαίνουν στο δικό μας ιστορικό χρόνο… Το τελευταίο πρωί, στο τρένο από την Βουδαπέστη για τα Σκόπια, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια ένιωθα απεριόριστη ευτυχία που επιστρέφομαι στο σπίτι, μετά από ένα ολόκληρο αιώνα ξανά στον πατέρα μου. Ναι, αυτός ήταν παιδί ενός προηγούμενου κομουνιστικού συκοφάντη.

Ο πατέρας μου, την ημέρα προτού να πεθάνει. «Αυτό το σπίτι δεν είναι το σπίτι μου. Παρόλα που κοπιάσαμε. Να, η μητέρα σου εδώ έβαλε πίνακα, και εδώ λουλούδι, και αυτά τα ράφια. Θαυμάσια. Αλλά αυτό δεν είναι το σπίτι μου. Θα με καταλάβεις, έτσι; Ο καθένας πρέπει να πάει στο σπίτι του. Εγώ τώρα πρέπει να πάω στο σπίτι μου…»

Βιογραφίες των «φίλων»

Εσείς θέλετε να παίξετε πάνω μου, θέλετε να μάθετε το δικό μου
κλειδί· θέλετε από την καρδιά μου να ξεριζώσετε το μυστικό·
θα θέλατε εάν γίνεται να αντιλαλήσω από τον πιο χαμηλό τόνο
μέχρι την κορυφή της δικής μου σκάλας. Και να
αυτό το μικρό όργανο το οποίο έχει
εκπληκτική φωνή και πλήθος τόνων, εσείς πάλι δεν μπορείτε
να το πείθετε να αρχίσει να μιλά! Στο διάβολο, νομίζεστε
πως είναι πιο εύκολα να παίξετε σε μένα παρά σε μία φλογέρα;
Αποκαλείστε με όποιο όργανο θέλετε· εσείς μπορείτε
να με ψηλαφήσετε, αλλά πάνω μου δεν μπορείτε να παίξετε.
Σέξπιρ

Και μετά, βέβαια, υπάρχουν οι σκληρές βιβλιογραφίες. Αυτές συνήθως είναι γραμμένες από εκείνους που, ώσπου κρατάνε μαχαίρι πίσω απ’ τα πλάτη τους, χαμογελούν. Οι δικοί σου φίλοι, οι μακεδονικοί ποιητές και συγγραφές…

Όταν το Νοέμβριο του 2000 ο πατέρας μου, για πρώτη φορά, μου έδειξε το φάκελο, ήταν μόνο μερικές μήνες προτού να πεθάνει. Τόσο χρόνο είχαμε, χρόνο για συμφιλίωση. Μερικοί από μας, τα παιδιά των πολιτικών φυλακισμένων, δεν ήταν ούτε τόσο τυχεροί. Το κάτι πρώτο που μου έδειξε ήταν η ταμπέλα: «Συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών: δεν είχε!» Και μετά διάβασε εκείνες τις 300 (ποιος ξέρει από πόσες στο σύνολο) σελίδες, που τον επέτρεψαν να τις δει από το δικό του φάκελο και να τις έχει, μόνο με μερικά ονόματα, με μισή σελίδες μουντζουρωμένες από πάνω με μαρκαδόρο, για να επιβεβαιωθεί εκείνο που το ήξερε μια ζωή. Ότι τουλάχιστον 42 χρόνια απ’ τα 69 χρόνια της ζωής του ήταν σκοπό μίας παρακολούθησης! Και μετά καταλάβαμε πως η παράνοια δεν ήταν παράνοια, ότι ο φόβος δεν ήταν άλογη πολυτέλεια, αλλά υψηλή κατάσταση της γνώσης. Και μετά διαβάζεις, πονάς, αλλά τουλάχιστον βλέπεις ότι δεν είσαι τρελός. 

Όταν ο πατέρας μου βγήκε από τη φυλακή, πολλές φορές του συνέβηκε να γυρίσουν το κεφάλι τους οι καλύτεροι τους φίλοι, οι δικοί μας λογοτεχνικοί πλέον καταξιωμένοι, τα σχολικά μας εγχειρίδια. Το ίδιο συνέβαινε και σε όλη τη δική μου οικογένεια. Τους καταλαβαίνουμε, αλλά να ‘ναι ξεκάθαρα τα πράγματα, ποτέ δεν θα τους καταλάβουν ο ποιητής και το παιδί του διότι αυτό το παιδί δεν μπορεί να καταλάβει εκείνους τους μηχανισμούς. Και στο όνομα αυτού του παιδιού που δεν καταλαβαίνει, στο όνομα του πατέρα μου οποίος δεν υπάρχει άλλο πια, έχω να τους παραγγείλω από το στόμα του Κροάτη ραπ τραγουδιστή μόνο το εξής: Γαμώ τη μάνα σας

Όταν ο πατέρας μου μού άφησε το φάκελο, η βασική μου ερώτηση στην πρώτη στιγμή δεν ήταν ποιός, πώς και γατί, αλλά μία άλλη ερώτηση υποδομής. Πώς στην ουσία φάνηκε ο μηχανισμός αυτός; Ποιος δακτυλογράφησε αυτή τη σελίδα; Πώς ήταν το όνομα του δακτυλογράφου; Ποιός έκανε αυτό το τυπωμένο λάθος; Εάν αυτή η παράλειψη είναι το ελάχιστο σήμα της υγείας; Ποιος κρυφάκουγε τον αδελφό μου την στιγμή που διαπραγματευόταν για την προπόνηση αθλητικής; Για ποιο κάλο ήταν αυτή η πληροφορία; Άξιζε ο κόπος; Όταν μετάδωσε την «πληροφορία», αυτός, ο συγκεκριμένος συκοφάντης, συγγραφέας, το σχολικό εγχειρίδιο μας, είχε το συναίσθημα πως κάνει κάτι χρήσιμο; Πώς φαινόταν ο «πληροφορητής»; Τι έφαγε για πρωινό; Με τι λόγια έστειλε τα παιδιά του στο σχολείο; Με το μιστό που έπαιρνε για τη δική του βρόμική δουλειά έκανε τα παιδιά του ευτυχισμένους και καλούς ανθρώπους; Γιατί εάν το πέτυχε αυτό, έκανε τουλάχιστον μία γαλαξιακή παρηγοριά. 

Το ίδιο και αργότερα, ώσπου περιμένεις το λεωφορείο, σου έρχεται ξαφνικά μία προσωπική ερώτηση. Ένα πρωί εμένα μου έτυχε αυτό το λεωφορείο. Όταν κατάλαβα ότι αυτή τη συσκευή υποκλοπής συνομιλίας στο σπίτι μας την έβαλαν σ’ εκείνο τον καιρό όταν στο τηλέφωνο είπα το πρώτο μου γεια σου στην πρώτη μου συμπάθεια. Αυτή η συσκευή ήταν μυστικό για όλες μου φίλες ώμος όχι και για τις κρατικές δομές. Εάν μπορούσα να επιλέξω, δεν θα ήθελα να είναι έτσι. Εάν μπορούσε ο αδελφός μου να επιλέξει, δεν θα’ θελε να είναι έτσι. Ώμος να, βλέπεστε, εμείς δεν είχαμε επιλογή.

Αυτά είναι βασικά πράγματα και είναι πολύ σημαντικά. Δεν μπορείτε να κρυφακούστε έναν ολόκληρο λαό χωρίς καμία συνέπια και μετά να περιμένετε αυτός ο λαός να είναι στα καλά του. Δεν μπορείτε, αργότερα, ένα πρωί να τους πείτε: πρέπει να μπούμε στην Ευρώπη, μην περνάτε το δρόμο σε κόκκινο. Αυτοί, με τα δικά τους τρακτέρ έχουν καταπατήσει όλες τις ενδόμυχες συντεταγμένες της ανθρώπινης ζωής μας, διαβαίνοντας πάντα και υποχρεωτικά σε κόκκινο, πέρασαν όλα τα φανάρια μιας ανθρώπινης εσωτερικότητας, και μετά ζητούν από μας να σταματήσουμε σε πράσινο και να είμαστε πιστοί στις δικές τους εθιμοτυπίες.

Και ακριβώς διότι πολλές γενιές παιδιών των πολιτικών φυλακισμένων σωπαίνουν όπως κι εγώ, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο αυτή η παντοδύναμη στην ουσία είναι πιθανή, παρ’ όλα που κανείς και ποτέ δεν έχει ούτε θα έχει νομιμότητα να τους τη δώσει… Ένα από τα βασικά ζητήματα των μετακομμουνιστικών κρατών είναι να δημιουργήσουν μηχανισμούς με τους οποίους θα κάνουν φανερή αυτή τη σελίδα του παρελθόντος τους, τα βάσανα τόσων γενιών και κληρονόμων των θυμάτων αυτών των πολιτικών αψιμαχιών.

Η βία της μακεδονικής κουλτούρας

Ναι, πράγματι είμαι μόνο ένας επιβάτης, σουλατσαδόρος σ’ αυτή τη γη.
Μήπως εσείς είστε κάτι περισσότερο;
Γκέτε

Λοιπόν, η «βιογραφία των φίλων», εκείνη που οι συνάδελφοί σου, οι μακεδονικοί συγγραφές και ποιητές, στις μακριές δεκαετίες μεταξύ 1960 και 1990, έχουν γράψει για σένα, και χωρίς εσύ να ξέρεις γι’ αυτήν… Τι πέτυχαν αυτές οι εξειδικευμένες και δημιουργικές πένες να γράψουν στο λογοτεχνικό είδος «βιβλιογραφία», στο θέμα: «ένας σουλατσαδόρος σ’ αυτή τη γη», μέσα σ’ όλες αυτές δεκαετίες;

Ο φάκελος του πατέρα μου μού δείχνει τις αρχές στις οποίες κτίστηκε μία στρατηγία του έλεγχου στη σφαίρα της κουλτούρας, στα χρόνια μεταξύ 1960 και 1990. Εάν εγκαταλείψετε το σπίτι, τότε εσείς είστε οι επόμενοι. Στους δρόμους γυρεύουν οι διοικητές, οι υπάλληλοι του δημαρχείου, οι αστυνομικοί, οι συνεργάτες, οι πληροφορητές, οι υπάλληλοι της UDBAς, οι δικοί σας φίλοι, ώμος εσείς δεν γνωρίζεστε ποιος είναι ποιος. Εσείς είστε δεμένοι στο τόπο σας, ο τόπος σας έχει όνομα, και στην περίπτωση του πατέρα μου αυτό το όνομα είναι ΠΟΟ «Ενδόμυχος». Εσείς είστε Ενδόμυχος, και σαν τέτοιος είστε ακραία ύποπτος. Για πιο λόγο το 1960 να είστε Ενδόμυχος, αφού οι υπόλοιποι είναι κοινωνιολόγοι. 

Στο φάκελο του πατέρα μου παρελαύνει μία φοβερή τελετή των ζωντανών και πεθαμένων ποιητών, λογοτεχνικών, τυχαίων ανθρώπων και – αστυνομικών. Ο κόσμος στο φάκελο του πατέρα μου είναι κόσμος ενός πρόστυχου συνδυασμού των μακεδονικών συγγραφέων και αστυνομικών που συχνά εμφανίζονται σαν ένα και ίδιο άνθρωπο. Είναι ο κόσμος στον οποίον δεν έχετε σταθερές συντεταγμένες της φιλίας. Οι περισσότεροι «φίλοι», συνεργάτες και συγγραφές είναι εδώ για να σφίξουν το περίφραγμα γύρο από το στόχο τους. Ο καθένας και τα παν είναι αφτί. 

Στο φάκελο του πατέρα μου είναι πολύ φανερό ότι το είδος ελέγχου που γινόταν πάνω του ήταν βασισμένο σε ένα σύστημα συνεχών αναφορών, λιστών και πρακτικών. Ο πληροφορητής υπέβαλλε αναφορά στο διοικητή, ο διοικητής διεκπεραίωσε το έγγραφο αυτό σε άλλα τρία επίπεδα: το βιβλίο πληροφοριών, το Τμήμα της Υπηρεσίας Εθνικής Άμυνας και το φάκελο νόμιμης σύνδεσης. Το Ιανουάριο του 1988, στο σπίτι, το πρόσωπο Χ ζήτησε τον πατέρα μου στο τηλέφωνο για να εκφράσει «πρωτοχρονιάτικες ευχές και συγχαρητήρια». Το περιεχόμενο αυτών των συγχαρητηρίων το διαβίβαζαν σε ΤΡΙΑ άλλα επίπεδα.

Τα πρακτικά συνδέουν το κέντρο (τα μεγάλα κεφάλια της UDBAς) με την περιφέρεια (τους «φίλους» του πατέρα μου). Η εξουσία διανέμεται διαμέσου εξαιρετικού τρόπου, σύμφωνα με την ιεραρχική δομή, μέχρι το χαμηλότερο επίπεδο, μέχρι τον τελευταίο προξενητή που καταγράφει το κάθε κούνημα του επόμενου. Αυτή η καταγραφή φτάνει μέχρι τραγικοκωμικές καταστάσεις. Στο έγγραφο του πληροφορητή από το Απρίλιο του 1961, ο πατέρας μου κατά του γεύματος με το «φίλο» του παραπονέθηκε για την ενόχληση από το σύστημα, και ο Χ «καλόκαρδα» υπενθύμισε τον πατέρα μου ότι σ’ αυτόν προσωπικά τα πράγματα του πάνε πολύ καλά και δεν έχει κανένα παράπονο. Ξαφνικά, γίνεται η «αναστροφή». Αναφέρω από το φάκελο «Ο Ιόντσε ξαφνικά βγήκε έξω από το καφενείο γιατί περνούσε κάποιο πρόσωπο (και) πήγε να του μιλήσει». Μεταφρασμένα, αυτά σημαίνουν ότι ο πατέρας μου σηκώθηκε να χαιρετίσει έναν άλλο φίλο του. Και τούτο είναι κάτι περισσότερο από την κανονική αιτία για συναγερμό στο ιεραρχικό καθεστώς. Το εγχειρητικό σημείωμα ζητά να εξεταστεί ποιος ήταν ο χαιρετισμένος και ζητά ο ίδιος να γίνει σκοπός της παρακολούθησης. Αυτό το καθεστώς ζητά το «αληθινό» όνομα του καθενός που τον έχεις χαιρετίσει, ζητά το «αληθινό» όνομα της δική σου κριτικής για το σύστημα, του πλέον νοήματος, της δική σου ποιητικής ευαισθησίας, της δική σου «αρρώστιας». 

Εάν έχετε ζήσει τη ζωή του πατέρα μου μεταξύ 1960 και 1990, οι δικοί σας συκοφάντες είναι πάντοτε κοντά σας. Η εξουσία είναι ταξινομημένη σε πολλά σώματα. Αλλά, αυτά δεν κάθονται στο διπλανό τραπέζι, δεν κρυφοκοιτάζουν πίσω από τη γλάστρα, δεν προσποιούνται πως διαβάζουν εφημερίδα στο φουαγιέ. Αυτό δεν είναι ταινία. Αυτό είναι η δική σας ζωή, και οι πληροφορητές είναι οι πιο στενοί σας φίλοι και συνεργάτες, οι μακεδονικοί συγγραφές. Σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους στο κόσμο, και εσείς συζητάτε κάποια σημαντικά πράγματα με τους φίλους σας, πράγματα που σας πονάν, τα οποία σας κάνουν ευτυχισμένους ή τα οποία σας ανησυχούν. Εσείς είστε μακεδονικός ποιητής και ενδιαφέρεστε για όλα που έχουν κάποια σχέση με τη μακεδονική κουλτούρα και με τους θεσμούς, με τη μακεδονική γλώσσα και την καθαριότητά της, με τα μακεδονικά χωριά επειδή γι’ αυτά τραγουδάτε στα ποιήματά σας, σας είναι σημαντική η ιδεολογία γιατί σαν κάθε έναν ποιητή σ’ αυτόν τον πλανήτη και εσείς θεωρείτε ότι έχετε το δικαίωμα να διαλογίζεστε γι’ αυτήν. Όμως, την ώρα που εσείς συζητάτε το θέμα με τους φίλους σας εσείς, στην ουσία, δεν ξέρεστε ότι μιλάτε σε ένα υβριδικό, δικέφαλο πλάσμα που έχει ένα πρόσωπο του ποιητή και άλλο πρόσωπο του αστυνόμου χωρίς στολή. Οι δικοί σας καλλίτεροι «φίλοι» είναι πάντα δίπλα σας: σε κάποια έγγραφα εσείς είστε προσκαλεσμένος στο σπίτι τους, σε άλλα είστε σε εστιατόριο, σε τρίτα σε κλαμπ, σε τέταρτα σε ξενοδοχείο, σε κάποια λογοτεχνική ανάγνωση, σε συνάντηση, στο δικό τους επίσημο αυτοκίνητο, στο μπουφέ, στο γραφείο, το δικό σας ή το δικό του, ή το δικό της. Όλα τα αναφερόμενα μέρη είναι στην ουσία οι πραγματικές τοποθεσίες από το φάκελο του πατέρα μου.

Όταν θα κοιτάξετε αυτή την διάχυση της εξουσίας και της πιο δόλια διείσδυσης στο προσωπικό κόσμο, διαμέσου των φίλων σας, δε γίνεται να μην αναρωτιέστε, μέχρι που φτάνουν τα όρια; Κάποιες φίλες της μητέρας μου, και σύζυγοι των ποιητών μας, αποκαλύπτονται επίσης στο φάκελο σαν συκοφάντισσες. Πού τελειώνει η λίστα; Τι έκπληξη σας περιμένει πίσω από τους μαύρους μαρκαδόρους που κρύβουν τις υπόλοιπες ταυτότητες;

Πόσο μπορεί να αντέξει ένα ζωντανό ον;

Το ένα μάτι βλέπει, και το άλλο συναισθάνεται.
Πολ Κλε

Ο πατέρας μου μια ζωή έδειχνε ταραγμένη συνείδηση πως τον παρακολουθούν. Σε μία μεταγραμμένη τηλεφωνική συζήτηση στις 27 Ιουλίου το 1987, ο πατέρας μου παραπονιέται στο Χ ότι: Από τη στιγμή που υπάρχω συνεχώς μου κάνουν προκλήσεις κι όμως ένα ζωντανό ον πόσο μπορεί να αντέξει… θα το συζητήσουμε, θα τα απεχθάνεσαι… Όμως όσο περισσότερα μιλάτε τόσο περισσότερα συναντάτε κουφά αφτιά και όσο περισσότερα παραπονιέστε τόσο πιο πολύ οι άνθρωποι αδιαφορούν. Εσείς δεν έχετε τρόπο για να αποδείξετε το ενδόμυχο συναίσθημα ότι σας παρακολουθούν. Ένα μέρος από αυτή την αηδιαστική δομή της εξουσίας είναι εσείς να γίνεται τελείως απομονωμένος. Για να σας στριμώξουν έτσι ώστε που οι δικοί σας συκοφάντες θα γίνουν οι καλλίτεροι σας «φίλοι». Κι ακόμη με ένα τέτοιο ασαφές συναίσθημα πως μια ζωή τον παρακολουθούν, όταν ο πατέρας μου άνοιξε το φάκελο, έμεινε εντυπωσιασμένος από το ομοειδή σενάριο μ’ εκείνο του Κάφκα, από το βαθμό του πανταχού παρών βλέμμα, από τη μακροπρόθεσμη παρακολούθηση και επιτέλους από το σαδισμό του παρακολουθητή.

Η μοναξιά είναι στόχος, καλά είναι να σε μοναχός. Αυτοί θα κάνουν τα παν εσύ να μείνεις μόνος, αφού όλοι σε έχουν εγκαταλείψει. Όταν ο πατέρας μου βγαίνει από τη φυλακή, στην πρακτική σημείωση από 10 Σεπτεμβρίου του 1987 γράφει: Μάθαμε πως το ειδικότερα μεγαλύτερο παράπονο του Ιόβαν είναι το γεγονός ότι είναι εγκαταλειμμένος απ’ όλους τους παλιότερους φίλους του. Σ’ αυτή τη στιγμή ψυχολογικά αισθάνεται πιο δύσκολα παρά στη φυλακή.

Πολλές φορές με έχουν ρωτήσει πώς ο πατέρας μου επιβίωσε τον πολιτικό του κατατρεγμό; Υπάρχει κάτι που το ξέρουν αυτοί που επέζησαν το βασανιστήριο. Ο καθένας που υπέφερε το βασανιστήριο για πολλές δεκαετίες, κάποιες στιγμές γίνεται μόνο και μόνο πόνο. Ο πόνος γίνεται αντικείμενο χωρίς ανθρώπινα επίθετα και περιεχόμενο. Θα σας περιγράψω πώς φαινόταν μία καθημερινή μέρα του πατέρα μου, π.χ. το 1994, παρόλα που όλα τα υπόλοιπα χρόνια και πριν και μετά ήταν ολόιδια. Το 1994, είναι επτά χρόνια αργότερα, επτά χρόνια που ο πατέρας μου ήταν ελεύθερος, που είχαμε δικό μας κράτος, που οι δικές του αιρετικές σκέψεις δεν ήταν άλλο πια αιρετικές αλλά εμπόρευμα της αγοροπωλησίας. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να κοιμηθεί την ημέρα. Ήταν ανυπόφορο γι’ αυτόν να είναι ξύπνιος όταν έξω έχει φως. Γι αυτόν που έχει επιζήσει το βασανιστήριο, το φως είναι μεγάλο πρόβλημα. Αυτός που μια ζωή είναι παρατηρημένος αλλά ο ίδιος δεν βλέπει, αυτός που γίνεται αντικείμενο της πληροφορίας κι ποτέ υποκείμενο στην επικοινωνία, φοβάται το φως γιατί η ορατότητα εγγυείται τη λειτουργία της εξουσίας. Όταν ήταν ξυπνητός, ο πατέρας μου εκνευριστικά περπατούσε από ένα δωμάτιο σε άλλο. Μόλις μπει σε κάποιο δωμάτιο αμέσως έβγαινε. Θα έμενε για λίγο στο διάδρομο για να δει τι κάνει η μητέρα μου στην κουζίνα ̇ θα χτυπούσε την πόρτα του δωματίου μου για να σιγουρευτεί πως δεν έπαθα κάτι φοβερό, θα βρει κάποια δικαιολογία, π.χ. «διαβάζω την Τσβετάεβα» και μη περιμένοντας καμία απάντηση, αμέσως έβγαινε. Θα έτρεψε πίσω από τις κουρτίνες με ώρες κοιτάζοντας το σκουπιδιάρη που είχε αποφασίσει στις επόμενες τρείς ώρες πριν να τελειώσει το ωράριο εργασίας του να κάθετε ακριβώς στο πεζοδρόμιο κάτω απ’ το παράθυρό μας. Κι εάν αυτός δεν είναι σκουπιδιάρης; Πολλοί σκουπιδιάρηδες, αυτό φάνηκε στο φάκελο, ήταν «επίσημα πρόσωπα της UDBAς». Θα πάει να κοιμηθεί. Κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό και σε κάθε θρόισμα, σε κάθε ψίθυρο χοροπηδούσε και ζητούσε να τον εξηγήσουμε τι ακριβώς έγινε, ήθελε να δει, να σιγουρευτεί. Έζησε πως ανά πάσα στιγμή θα ερχόταν κάποιος σημαντικός άνθρωπος και θα έφερνε την πιο σημαντική απόφαση με την οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η προφητεία της ζωής του. Ο άνθρωπος που πέρασε 40 χρόνια πολιτικού κατατρεγμού, κτίζει στρατηγίες επιβίωσης. Όταν χτυπάει το κουδούνι, σκέφτεται: ποιος είναι ο επόμενος για βασανιστήριο; Εάν κάποιος χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας σταματάει και κρυφακούει την ανάσα εκείνου που χτυπά. Δυσκολεύεται να μαζέψει θάρρος και να κρυφοκοιτάξει μέσα από την κλειδαριά. Ακόμα και όταν γνωρίζει καλά αυτόν που χτυπάει, αρκετό χρόνο τον παρατηρεί. Καμιά φορά ξεκινάω προς την πόρτα για να ανοίξω, όμως γι’ αυτόν είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου, πρώτος να ανοίξει την πόρτα για να μην πάθω καμιά ζημιά. Και επιτέλους «Α, Βέρα, ορίστε… η Γιάσνα είναι σπίτι».

Ο άνθρωπος που έζησε το βασανιστήριο, αφού μια ζωή ήταν αντικείμενο της ανάκρισης, γίνεται εκείνος που δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί διάμεσου της αναγνώρισης με τους πιο στενούς της οικογένειας. Ο δικός του κόσμος γίνεται ένας κόσμος οποίος δεν βασίζεται σε διαλεκτική. Είναι έλλειψη της έλλειψης. Είναι καθαρή παρουσία. Ο άνθρωπος που επέζησε το βασανιστήριο αναπτύσσει ένα απίθανο παράδοξο, μια διακοπή στην παράσταση και πάρα πολλές παραστάσεις. Αυτός έχει εκατοντάδες εικόνες των φοβερών πιθανοτήτων του συστήματος και εικόνες που δεν έχουν μνήμη. Αυτός ο άνθρωπος που έζησε σαράντα χρόνια βασανιστήριο είναι ο πατέρας μου, ο μακεδονικός ποιητής Γιόβαν Κότεσκη.

Αποδεχτή επίκληση!

Και τώρα πάλι ξανάρχισε εκείνη η αηδιαστικά ευγενική σκόπευση,
ένας πάνω από τον Κ. έδωσε το μαχαίρι στον άλλον, κι αυτός πάλι, ξανά
πάνω από τον Κ. του το διέστρεψε. Τώρα ο Κ. ήξερε ακριβώς ότι
θα ήταν δικό του καθήκον από μόνος του να πιάσει το μαχαίρι αυτό,
μέχρι που περνούσε από χέρι σε χέρι, αιωρούνταν πάνω του,
κι από μόνος του να μαχαιρωθεί.
Κάφκα

Ο πατέρας μου έλαβε το φάκελό του το Νοέμβριο του 2000. Όλοι που αυτό το έτος έλαβαν τους φακέλους τους, ξέρουν πως έπρεπε να υπογράψουν ένα έγγραφο για συμπλήρωση. Σ’ αυτό το έγγραφο κυριολεκτικά έγραφε το εξής: «Λόγω της προστασίας των στοιχείων και των πληροφοριών σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή ζωή ζητώ το ολόκληρο περιεχόμενο του φακέλου να μείνει μυστικό μέχρι (100 χρόνια μετά τη γέννησή μου, και στην περίπτωση του πατέρα μου κατέγραψαν – δική μου σημείωση) το 2023, και αυτό, σε περίπτωση εάν δεν είναι καταστραμμένο και φυλάγεται στο Αρχείο της Δημοκρατίας Μακεδονίας.» Αφού έχετε υπογράψει τούτο το έγγραφο, στη συνέχεια υπάρχει μια τελείως κυνική πρόταση. Στο τέλος γράφει πως η αίτηση αυτή «γίνεται αποδεχτή».

Βλέπετε, η φρίκη του αστυνομικού φακέλου δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο πατέρας μου έζησε μία ζωή στην οποία η αστυνομία είχε το πρόσωπο των πιο στενών φίλων του. Η φρίκη περιλαμβάνει και ένα υψηλό κατασκοπευτικό δίκτυο κι στο όνομά του ο κόσμος του πατέρα μου γίνεται πιο στενός από το στενό κόσμο των αρχαίων ηρώων οι οποίοι με κραυγή απευθύνονται στους ουρανούς: «Αδικία υπομένω». Ο Έλληνας υποφέρει μια φοβερή επιβαλλόμενη ποινή, χωρίς να φταίει, αλλά όταν θέλει να μάθει στο όνομα ποιανού υψηλού κατασκοπευτικού δικτύου υποφέρει, αναποδογυρίζονται και η γη και ο ουρανός για να μπορεί ο ίδιος να δει. Όταν ο Οιδίπους θέλει να μάθει τι έγινε στο παρελθόν του, ο μάρτυρας εμφανίζεται αμέσως στην επόμενη πράξη.

Ο πατέρας μου περίμενε σαράντα χρόνια για να δει. Κι όταν με φόβο σταμάτησε μπροστά την πόρτα της UDB4, μπροστά την πόρτα εκείνης υπηρεσίας που όλη τη ζωή του τον τυραννούσε, σαν μία τελευταία παρηγοριά, σαν τελευταία ευκαιρία να δει, τότε οι υπηρεσίες της UDB, τον αναγκάστηκαν να υποβάλλει αίτηση στην οποία παρακαλεί ποτέ να μη πραγματοποιηθεί η τελευταία του ελπίδα. Σ’ αυτό το έγγραφο ο πατέρας μου έπρεπε να παρακαλέσει να μείνει κλειστό για πάντα αυτό στο οποίο όνομα υπέφερε. Αυτός υπέβαλε αίτηση για να μπορεί να πάρει το φάκελό του το 2023, ενώ στο μεταξύ «εθελοντικά» συμφώνησε, εάν θέλουν, να βάλουν το φάκελό του σε φωτιά. Ο πατέρας μου ήθελε να ξέρει πως δεν ήταν τρελός όταν έλεγε ότι μια ζωή τον παρακολουθούν. Αλλά, στην ουσία, όλα που ήθελε να δει ήταν για ποιό κάλογινόταν αυτή η ιστορία. Επίσης, έπρεπε να διαβάσει ότι η δική του αίτηση – χωρίς ποτέ να δει το αποτέλεσμα της τραγωδίας του – «γίνεται αποδεχτή»!

Ο πατέρας μου, στις σπάνιες στιγμές με χιούμορ, ονόμαζε το φάκελό του «η βιβλιογραφία των φίλων». Αυτό ήταν ένα χιούμορ του Δον Κιχώτη. Πρώτα θα γελάσεις, μετά θα ταχτοποιήσεις ένα πολύπλοκο χαμόγελο, για να καταλάβεις στο τέλος ότι γελάς με τα αστεία της καθαρής θλίψης. Αυτό είναι το χιούμορ του ανθρώπου που αθώος επέζησε τη φυλακή. Τη στιγμή που λαμβάνεις επίσημο έγγραφο με το οποίο αθωώνεσαι, το χαρτί αυτό δεν αξίζει τίποτα. Μπορεί να είσαι ό καλύτερος ποιητής σε ένα κράτος, όμως είχες γεννηθεί μόνο και μόνο για να εξυμνείς την ομορφιά αυτού του κράτος, τη χρυσή φωνή του, να εξυμνείς ακόμα και το χώμα κάτω απ’ τα πόδια του. Μπορεί να είχες γράψει το πιο όμορφο ποίημα για τη απραγματοποίητη αγάπη μίας γενιάς, «Η Άννα», όμως τα παιδιά στο σχολείο δεν θα το μάθουν ποτέ γιατί γι’ αυτά τα ντουβάρια ακόμα και τα μαλλιά της Άννας θα είναι αμφισβητήσιμα. Αφού επέζησες τη γενοκτονία της εποχής σου, στην οποία οι συνεργάτες σου έγραφαν τη δική σου βιβλιογραφία χωρίς να την παρήγγειλες, όλα που σου έμειναν είναι το να ζεις κάθε μέρα, μέχρι το τέλος της ζωής σου, την φρικτή πραγματικότητα ενός Κάφκα και την καθημερινότητα της UDBAς. Και μέχρι την απεραντοσύνη της γήινης μοναξιάς σου να επαναλαμβάνεις τους στίχους: «Αχ, φίλοι μου, δεν υπάρχουν φίλοι!» Όπως και να’ ναι, ο πατέρας μου πραγματικά αναχώρησε με άφεση αμαρτιών των όλων. Την ήμερα προτού να πεθάνει, ο πατέρας μου μού είπε ότι «πηγαίνει σπίτι του».

Παιδιά για σύγκριση

Οι γονείς είναι η ασπίδα μεταξύ μας και το θάνατο. Ως μεγάλοι
καλλιτέχνες, αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα ηλικίας… Οι γονείς είναι εκείνο
το πιο ενδόμυχο που το κατέχουμε. Όμως όταν η οικογενειακή οικειότητα
απλώνεται μέχρι διαστάσεις διεθνούς σκανδάλου, όπως έγινε
με μας, χωρίς να θέλω αρχίζουν οι σκέψεις, οι αναμνήσεις,
οι αναλύσεις…»
Εροφέεφ

Ήταν Σάββατο όταν αποφάσισα να ασχολούμαι μ’ αυτό το θέμα. Αυτό γινόταν προτού πέντε χρόνια. Ήρθα με το γιο μου ( οποίος μόλις γεννήθηκε) στην μητέρα μου, η μητέρα μου ήταν στεναχωρημένη. «Λένε για τις Ποιητικές βραδιές της Στρούγκας. Κανείς δεν ανάφερε τον πατέρα σου.» Πιθανός να μάλωσα μ’ αυτήν, απ’ το άγχος κοιμήθηκα. Οι συνοικία των παιδικών μου χρονών έμεινε τουλάχιστον για μένα θλιμμένη ανάμνηση, αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Καθόμουν σαν γαλοπούλα, σαν όλα να εξαρτώνται από μένα, ήξερα τι ακριβώς έλεγε η μητέρα μου. Όλοι είχαν κάποια ζωή σ’ αυτό τον κόσμο, με το εαυτό τους, κάποιο παρελθόν που τους έκανε ευτυχισμένους. Μόνο η μητέρα μου στην πόρτα, το παρελθόν και ο κόσμος δεν χτυπούσαν το κουδούνι, ακόμα κι εμείς οι ίδιοι, όταν χτυπούσαμε το κουδούνι, το χτυπούσαμε σαν να ήμασταν κατατρεγμένοι απ’ αυτό τον κόσμο.

Η θυσιαστική φιλοσοφία, δημοφιλή τέλος του 20-του αιώνα, δεν μου ήταν άγνωστη. Μ’ αυτή την οικογενειακή ιστορία πήρα κι εγώ μέρος σ’ αυτή την μακριά σειρά; Δεν θα μπορούσα να κάνω κουράγιο και να πω: έγινε ο, τι έγινε, συνέχισε παραπέρα; Έζησα με το τραύμα, γιατί το τραύμα έγινε μεγάλο μέρος του εαυτού μου ή ακριβώς το αντίθετο γιατί ποτέ δεν επέτυχε να ενσωματώσει σε μένα, γιατί μου έμεινε «ξένο» θέμα, ώσπου οι άλλοι σάπιζαν στις φυλακές εγώ ήμουν το παιδί με τα άριστα, το «φυσιολογικό», τούτο το βιβλίο δεν είναι το ίδιο;
Επιτέλους, που στεκόταν η δική μου γενιά; Τι γινόταν με τη δική μου ενδιάμεση γενιά, με μας που ήμασταν τα παιδιά από εκείνο το σύστημα, και οι γονείς από αυτό; Ποιο ήταν το βάρος της συμπεριφοράς μας, πού το ζήτημα της αντιμετώπισης με το παρελθόν ήταν συστηματικά υποχρεωτικό, πολιτισμικά ορθό και ιστορικά σημαντικό, και πού ξεπερνούσαμε τα όρια της συμβατικότητας;
Ο αδελφός μου πήγε φαντάρος δυο μέρες προτού να συλλάβουν τον πατέρα μου ̇ το ίδιο πρωί όταν ο πατέρας μου πήγε σε φυλακή, εγώ πρωτοπήγα στο γυμνάσιο. Μέσα σε μερικές μέρες μας τακτοποίησαν σε τρία διάφορα ιδρύματα, στην ουσία πολύ παρόμοια. Όταν γύρισε ο αδελφός μου επέλεξε μια ζωή προσανατολισμένη προς το μέλλον. Ένας ψυχολόγος, με τον οποίον συζητούσα πολλά χρόνια αργότερα, σε μια συνάντηση με καλωσόρισε με το δικό μου πρώτο, προσωπικό «δίλλημα ενός φυλακισμένου» όταν με ρώτησε: Ο πατέρας σου βγήκε από φυλακή το 1987, ο αδελφός σου το 1986, πότε βγήκες εσύ;

Ο αδελφός μου έχει ένα γράμμα, το έδωσα στο Κρατικό Αρχείο. Το ‘γραψε όταν ήταν φαντάρος στο JNA5, στην πόλη Μόσταρ (Βοσνία), για τον πατέρα μου οποίος ήταν σε φυλακή στα Σκόπια (Μακεδονία). Σ’ αυτό το γράμμα εξηγεί τα παιδικά μας χρόνια μόνο με μία πρόταση, όλα που δεν ήταν της αρέσκειας του αδελφού μου και γιατί περιφρονούσε τον πατέρα μου, για όλα αυτά που έμαθε όταν ο πατέρας μου πήγε φυλακή.

Ο αδελφός μου σήμερα εξετάζει τα άτομα, έγινε ατομικός φυσικός, δεν μένει στη Μακεδονία. Ένα πρωί (σαν στρατιώτης είχε πάρει άδεια, ήταν 18, κι εγώ 14 χρονών) ώσπου ο πατέρας μου ήταν σε φυλακή, ο αδελφός μου μού είπε πως ήρθε η ώρα να αποχωρίσουμε, ότι δεν θα μου συνιστεί άλλο πια ούτε τα βιβλία που θα πρέπει να τα διαβάσω ούτε τις ταινίες που θα πρέπει να τις δω. Ότι ξεκινά το δικό του δρόμο, κι εγώ θα πρέπει να επιλέξω το δικό μου. Συμφώνησα, δεν είχα επιλογή. Σήμερα, ο αδελφός μου εξετάζει τα άτομα στα ινστιτούτα του Βελιγραδίου και του Βερολίνου. Γι’ αυτόν υπάρχει στενή σχέση μεταξύ τη φυσική και τη μεταφυσική, τον ενδιαφέρουν το μέλλον και το πνευματικό, κι όχι το παρελθόν. Εγώ κάπως έμεινα με τα οικογενειακά θέματα. Η φυλακή μας ήρθε καταπέλτης και μας πέταξε σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, υποσυνείδητα διαλέξαμε να συνεχίσουμε το ένα από τα δυο θέματα του πατέρα μου.

Τότε, στο γράμμα για τον πατέρα, ο αδελφός μου εξήγησε τα παν που εγώ ποτέ δεν πέτυχα, παρόλα που αργότερα έζησα πολύ έντονα με όλα αυτά. Εάν ο πατέρας μου δεν είχε πάει σε φυλακή, πιθανόν θα αφοσιώθηκα τη ζωή μου σε κάτι άλλο. Τότε δεν ήξερα να γράψω καλά ούτε ένα γράμμα για τον πατέρα μου σε φυλακή. Έγραφα πόσα άριστα έχω, πόσο μου λείπει και πώς περάσαμε την Πρωτοχρονιά. Αυτά ήταν τα δικά μου γράμματα. Μετά θυμήθηκα το Φρόιντ: Ότι δεν γίνεται με πτήση, θα πρέπει με χωλότητα.

Και εδώ είναι το γράμμα του αδελφού μου. Τα παν που πάντα ήθελα, και ποτέ δεν πρόλαβα να τα πω στον πατέρα μου, ήταν αυτές προτάσεις:
Αγαπητέ πατέρα!

Να που πέρασε πολύ χρόνο από τη τελευταία μας συνάντηση, γι’ αυτό πήρα απόφαση να γράψω αυτό το γράμμα. Εγώ θα το κάνα αυτό πολύ νωρίτερα, αλλά περίμενα να πάρω άδεια από το στρατό και να ‘ρθω, να προσπαθήσω να σε βρω και μαζί να συζητήσουμε όλη την υπόθεση. Πραγματικά, εγώ ήρθα στα Σκόπια (στην περίοδο από 21 έως 25 Μαρτίου), ενώ η προσπάθειά μου να επικοινωνήσω μαζί σου δεν πέτυχε. Όπως και να ναι, δεν μου παραμένει τίποτε παρά να προσπαθήσω με τα λόγια να σου εξηγήσω τη γνώμη μου σχετικά με όλη την κατάσταση.
Προτού πέντε ή έξι μήνες όταν πρωτόμαθα, ήμουν τελείως πεπεισμένος στη δική σου αθωότητα. Γνωρίζοντας καλά τις δικές σου ιδέες και θέσεις (με τις οποίες κι εγώ ίδιος ήμουν τροφοδοτημένος) ήξερα πως όλα που έκανες είναι με βαθύ ανθρώπινο και ανθρωπιστικό σκοπό. Ήμουν βέβαιος πως δεν είσαι μπλεγμένος σε κάποιες τρομοκρατικές δραστηριοποιήσεις γιατί ήξερα ότι ποτέ δεν δικαιολογούσες τη τρομοκρατία ούτε σαν μέσο ούτε σαν σκοπός. Κάθε άνθρωπος που με γνωρίζει έστω και λίγο θα επιβεβαιώσει ότι στη ζωή με οδηγούσε μόνο ένας σκοπός – να βοηθήσω τον άλλον, ακόμα και τη δική μου μπουκιά να του τη δώσω άμα χρειαστεί. Ο καθένας που ήταν κοντά σου έστω και για λίγο, θα πρέπει να παραδεχτεί πως η δική σου αδιάκοπη μάχη κατά της αδικίας όχι μόνο που δε σε βάζει σε φυλακή αλλά σε υψώνει στον πιο ψηλό θρόνο. Δε ξέρω. Μπορεί κάποιος να σκέφτεται διαφορετικά, αλλά ξέρω πως ο καθένας που σκέφτεται αλλιώς ίσως σε ζηλεύει. Πολλοί άνθρωποι, με μεγάλο πνεύμα και μεγάλο έργο, ήταν σε φυλακή. Δείξε σε όλους άνανδρους, μέτριους και άθλιους ότι κι εκεί είσαι μεγάλος. Να και την ευκαιρία να εξετάσεις ποιοι ήταν και ακόμα είναι οι πραγματικοί σου φίλοι. 
Όταν ερχόμουν στα Σκόπια, όχι μόνο που δεν φοβόμουν, αλλά το αντίθετο, ήμουν περήφανος που είμαι ο γιος σου. Η γνώμη των άλλων δεν με ενδιάφερε καθόλου, όμως πολύ σύντομα είδα ότι αρκετοί άνθρωποι μου έδιναν πλήρη υποστήριξη και ότι κι αυτοί πιστεύουν στις δίκαιες θέσεις σου. Εάν μεταξύ τους υπήρχε κάποιο συμπονετικό η κακό βλέμμα, εγώ απ’ αυτά τα βλέμματα έπαιρνα μόνο δύναμη και στερεότητα.
Τώρα θα πρέπει κι εγώ να παραδεχτώ ότι πιθανός εγώ κι εσύ, κάποιες στιγμές στο παρελθόν, δεν τα πήγαμε καλά. Αλλά αυτό ήταν γιατί δεν ήμουν ικανός να καταλάβω ότι ένας πατέρας δεν χρειάζεται πάντα να τον ενδιαφέρουν το οδήγημα αυτοκινήτου, η αγορά επίπλου για το σπίτι ή, να μη απαριθμώ, το κάθε τι που οι κανονικοί πατέρες το κάνουν. Τώρα καταλαβαίνω ότι το πιο σημαντικό δεν είναι ποιος πόσα λεφτά βγάζει ή εάν κάποιος έχασε να δει καμία ταινία ή κανένα ματς στη τηλεόραση.
Είναι χίλιες φορές πιο σημαντική η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου που εσύ τη φροντίζεις, κι εκατοντάδες άλλοι τη παραμελούν. Τώρα βλέπω πως εσύ δεν είσαι ένας κανονικός μπαμπάς αλλά είσαι ένας πατέρας υψηλών δυνατοτήτων.
Τι άλλο να σου πω; Τώρα κι εσύ και εγώ βρισκόμαστε σε ίδια κατάσταση. Ξέρω πώς νιώθεις, αλλά πιστεύω ότι θα αντέξεις. Πιστεύω βαθιά ότι οι άνθρωποι
θα καταλάβουν το λάθος κι ότι πολύ σύντομα, σίγουρα και πιο σύντομα απ’ ότι νομίζεις, όλα θα τελειώσουν. Εγώ τη δική σου παραμονή εκεί δε την καταλαβαίνω σαν ποινή, αλλά σαν ένα τεστ μπροστά στο οποίο η ζωή βάζει τον άνθρωπο. Άντεξε γιατί δεν έχει ο καθένας τέτοια ευκαιρία. Πολλοί περνούν τη ζωή τους σε αεροστεγή, ημιδιαφανή ατμόσφαιρα του σπιτιού τους η οποία τους παρεμποδίζει να δουν πέρα απ’ τη μύτη τους. Αυτοί ποτέ δε θα βρουν τον πραγματικό τους σκοπό, ούτε το νόημα της ζωής. Πραγματικό σκοπό έχουν μόνο οι άνθρωποι σαν εσένα, οι δημιουργοί και ιδεολόγοι, αυτοί που επιδιώκουν την παγκοσμιότητα, παραλείποντας τα δικά τους συμφέροντα. Εκείνοι οι καριερίστες, εκείνοι που τροφοδοτούν το προσωπικό τους εγώ, δεν αξίζουν ούτε περιφρόνηση. Ίσος μία μέρα και αυτοί θα καταλάβουν πως η ανθρωπότητα έχει χορτάσει πια διανομές και ξεσχίσματα, φυσικά και πνευματικά. Πιθανός να καταλάβουν ότι υψώνοντας το εαυτό τους θα βοηθήσουν για το καλό της ανθρωπότητας. Μερικοί κιόλας απόκτησαν τέτοια συνείδηση. Μερικοί αισθάνονται ότι αντιπροσωπεύονται από κάτι που τους ξεπερνάει – όπως έλεγε ο Ταγκόρ.
Ξέρω ότι και συ είσαι τέτοιος και ότι κι εγώ συμφωνώ με τις ιδέες σου. Εάν γι’ αυτές ιδέες πρέπει να πας σε φυλακή, τότε και εγώ θα έπρεπε να είμαι εκεί. Στο κάτω κάτω, όλη η ζωή μόνο ένα παιχνίδι είναι, μία ψευδαίσθηση και ένα τίποτα σε σύγκριση με την αιωνιότητα που μας περιμένει!
Βάσιλ

1 UDBA (ΟΥΝΤΜΠΑ) – ΥΠ.Ε.Α. Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας της Γιουγκοσλαβίας
2 Judith Butler, Antigone’s Claim: Kinship Between Life and Death, New York: Columbia University Press, 2000, p. 24.
3 Ντέτνινιε (Βελιγράδι), Παντοβτσάκ (Ζάγκρεμπ) και Βόντνο (Σκόπια) ήταν διάσημες συνοικίες της κομουνιστικής ονοματολογίας της Σερβίας, Κροατίας και Μακεδονίας.
4 UDB – Υπηρεσία Εθνικής Άμυνας της σημερινής Μακεδονίας.
5 JNA – Γιουγκοσλαβικός Εθνικός Στρατός.
http://www.goethe.de/bilder3/pixel.gif

 

Post a Comment